
Σύμφωνα με νέα διεθνή μελέτη, η χιονοκάλυψη έχει μειωθεί περισσότερο από το μισό τις τελευταίες τέσσερις δεκαετίες, αποκαλύπτοντας με σαφήνεια τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής στη Μεσόγειο.
Μια ομάδα ερευνητών με επικεφαλής το Πανεπιστήμιο Κέιμπριτζ αξιοποίησαν έναν συνδυασμό δορυφορικών εικόνων, κλιματικών δεδομένων, εδαφικών χαρτών και τεχνητής νοημοσύνης για να καταγράψουν την εξέλιξη της χιονοκάλυψης στα ελληνικά βουνά, μια περιοχή που μέχρι σήμερα έχει μελετηθεί λιγότερο σε σχέση με άλλες ορεινές ζώνες όπως οι Άλπεις ή τα Πυρηναία.
Με τη βοήθεια ενός νέου εργαλείου που ανέπτυξαν, του snowMapper, διαπιστώθηκε ότι η χιονοκάλυψη έχει μειωθεί κατά 58% από το 1984 έως σήμερα, ενώ η πτώση αυτή έχει επιταχυνθεί μετά το 2000. Παράλληλα, η περίοδος χιονόπτωσης ξεκινά πλέον αργότερα και τελειώνει νωρίτερα.
Τα αποτελέσματα, που δημοσιεύθηκαν στο επιστημονικό περιοδικό The Cryosphere, δείχνουν ότι ο βασικός παράγοντας αυτής της δραματικής αλλαγής είναι η άνοδος της θερμοκρασίας και όχι η μείωση των βροχοπτώσεων. Ο θερμότερος αέρας μετατρέπει ένα σημαντικό μέρος του υετού σε βροχή αντί για χιόνι, ακόμη και σε μεγάλα υψόμετρα, στερώντας από τα ποτάμια την πολύτιμη «αργή απελευθέρωση» νερού που προσφέρει το λιώσιμο του χιονιού.
«Το χιόνι είναι σαν μια φυσική δεξαμενή», λέει ο πρώτος συγγραφέας Κωνσταντής Αλεξόπουλος από το Scott Polar Research Institute (SPRI) του Κέιμπριτζ. «Είναι σαν να βάζεις χρήματα στον λογαριασμό ταμιευτηρίου σου αντί να τα ξοδεύεις αμέσως. Αν αποθηκεύσεις αυτά τα χρήματα για λίγο, συλλέγουν τόκους και αξίζουν περισσότερο όταν τα χρειάζεσαι. Και επειδή το χιόνι λιώνει αργά αντί να ξεπλένεται σαν τη βροχή, είναι πολύτιμο για άρδευση, παραγωγή υδροηλεκτρικής ενέργειας και οικιακές ανάγκες νερού κατά τους ζεστούς και ξηρούς καλοκαιρινούς μήνες, καθώς διατηρεί τα ποτάμια, τις λίμνες και τα υπόγεια ύδατα γεμάτα».
Για να ποσοτικοποιήσουν τον βαθμό απώλειας χιονοκάλυψης, οι ερευνητές χρησιμοποίησαν δορυφορικές εικόνες από αποστολές της NASA και του ESA για να δείξουν πού υπήρχε ή δεν υπήρχε χιόνι τις καθαρές ημέρες μεταξύ του 1984 και του 2025. Ωστόσο, επειδή η νεφοκάλυψη ή οι σκιές συχνά κρύβουν μια καθαρή θέα, η ομάδα χρησιμοποίησε μηχανική μάθηση.
Για να ξεπεράσουν τα κενά που δημιουργούν τα σύννεφα ή οι σκιές στις δορυφορικές εικόνες, οι επιστήμονες εκπαίδευσαν τα μοντέλα τους με χιλιάδες επίγειες μετρήσεις χιονιού από μετεωρολογικούς σταθμούς σε άλλες ευρωπαϊκές οροσειρές. Έτσι κατάφεραν να δημιουργήσουν ημερήσιους χάρτες χιονοκάλυψης υψηλής ανάλυσης για δέκα από τα σημαντικότερα ελληνικά βουνά, καλύπτοντας την περίοδο 1984–2025.
Οι ερευνητές λένε ότι παρόλο που μέρος των δεδομένων για το snowMapper προήλθε από αλλού στην Ευρώπη, το εργαλείο λειτούργησε με ακρίβεια στην Ελλάδα, γεγονός που υποδηλώνει ότι θα μπορούσε να είναι χρήσιμο σε άλλες οροσειρές παγκοσμίως όπου τα δεδομένα είναι σπάνια.
Τα ευρήματα δείχνουν ότι η Ελλάδα χάνει το χειμερινό της χιόνι ταχύτερα από πολλές άλλες ορεινές περιοχές της Ευρώπης, γεγονός που μπορεί να έχει σοβαρές συνέπειες για τις τοπικές κοινωνίες, τη γεωργία και τη φυσική ισορροπία. Η έκταση της απώλειας και η αύξηση της θερμοκρασίας ξεπερνούν τα όρια της φυσικής κλιματικής μεταβλητότητας, υποδεικνύοντας μια σαφή και επιταχυνόμενη τάση.
Όπως επισημαίνει ο συν-συγγραφέας της μελέτης, καθηγητής Ian Willis, η θερμοκρασία καθορίζει τόσο το αν οι υετοί θα πέσουν ως χιόνι, όσο και το πόσο θα παραμείνει αυτό στο έδαφος. Με την άνοδο της θερμοκρασίας, λιγότερο χιόνι συσσωρεύεται εξαρχής και αυτό που τελικά πέφτει λιώνει πολύ πιο γρήγορα.
Η συρρίκνωση της χιονοκάλυψης αποτελεί ακόμη έναν κρίσιμο δείκτη της πίεσης που ασκεί η κλιματική αλλαγή στα φυσικά συστήματα, ιδιαίτερα σε χώρες όπως η Ελλάδα, όπου οι λεκάνες απορροής είναι μικρές και οι χειμερινές θερμοκρασίες βρίσκονται ήδη κοντά στο μηδέν. Σε αυτές τις συνθήκες, το λιώσιμο του χιονιού λειτουργεί ως φυσική ασπίδα απέναντι στην ξηρασία του καλοκαιριού.
Οι επιστήμονες συνεχίζουν την έρευνα με στόχο να μετατρέψουν τα δεδομένα για τη χιονοκάλυψη σε εκτιμήσεις για τον συνολικό όγκο νερού και να προβλέψουν πώς μπορεί να διαμορφωθεί η διαθεσιμότητα υδάτων μέχρι το τέλος του αιώνα. Η ερευνητική ομάδα περιλάμβανε επίσης ερευνητές από την Βρετανική Ανταρκτική Έρευνα, το Εθνικό Αστεροσκοπείο Αθηνών και το Ελληνικό Ορεινό Αστεροσκοπείο.
Η έρευνα υποστηρίχθηκε εν μέρει από το Ίδρυμα Μποδοσάκη, το Ίδρυμα George & Marie Vergottis/Cambridge Trust και τη Βασιλική Γεωγραφική Εταιρεία.
Μετάβαση στην Πηγή
Author: