
Η απόφαση εγκρίθηκε με ψήφους 7 υπέρ και 1 κατά, καθώς το μέλος του διοικητικού συμβουλίου Τοϊτσίρο Ασάντα τάχθηκε υπέρ της διατήρησης των επιτοκίων στο προηγούμενο επίπεδο.
Η Τράπεζα της Ιαπωνίας προχώρησε σε νέα αύξηση των επιτοκίων, ανεβάζοντας το βασικό επιτόκιο στο 1%, το υψηλότερο επίπεδο από το 1995, επιταχύνοντας έτσι τη διαδικασία ομαλοποίησης της νομισματικής πολιτικής που ξεκίνησε το 2024. Η απόφαση ήταν ευθυγραμμισμένη με τις εκτιμήσεις της αγοράς, ενώ αποτελεί την πρώτη αύξηση μετά τον Δεκέμβριο, όταν το επιτόκιο είχε διαμορφωθεί στο 0,75%.
Η απόφαση εγκρίθηκε με ψήφους 7 υπέρ και 1 κατά, καθώς το μέλος του διοικητικού συμβουλίου Τοϊτσίρο Ασάντα τάχθηκε υπέρ της διατήρησης των επιτοκίων στο προηγούμενο επίπεδο. Η κίνηση της κεντρικής τράπεζας έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία η Ιαπωνία βρίσκεται αντιμέτωπη με την αποδυνάμωση του γεν και την ενίσχυση των πληθωριστικών πιέσεων, οι οποίες έχουν επιβαρυνθεί και από την άνοδο των τιμών της ενέργειας λόγω της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή.
Οι αγορές αντέδρασαν θετικά στην ανακοίνωση, με τον δείκτη Nikkei 225 να καταγράφει άνοδο, ενώ το ιαπωνικό νόμισμα ενισχύθηκε ελαφρώς έναντι του δολαρίου και οι αποδόσεις των 10ετών κρατικών ομολόγων κινήθηκαν υψηλότερα. Παράλληλα, η Τράπεζα της Ιαπωνίας επιβεβαίωσε ότι θα συνεχίσει να μειώνει σταδιακά τις αγορές κρατικών ομολόγων κατά 200 δισ. γεν ανά τρίμηνο, με στόχο από τον Απρίλιο του 2027 να διατηρεί μηνιαίες αγορές ύψους 2 τρισ. γεν.
Παρότι ο πληθωρισμός καταναλωτή παραμένει κάτω από τον στόχο του 2%, κυρίως λόγω των κυβερνητικών μέτρων στήριξης για την ενέργεια, η κεντρική τράπεζα προειδοποίησε ότι η μετακύλιση του αυξημένου κόστους των πρώτων υλών και του πετρελαίου στις επιχειρήσεις εξελίσσεται ταχύτερα από το αναμενόμενο και ενδέχεται να οδηγήσει σε ευρύτερες αυξήσεις τιμών για τους καταναλωτές. Ενδεικτικό είναι ότι ο δείκτης τιμών παραγωγού αυξήθηκε κατά 6,3% τον Μάιο, καταγράφοντας τον υψηλότερο ρυθμό ανόδου των τελευταίων τριών ετών.
Αναλυτές εκτιμούν ότι η σχεδόν ομόφωνη στήριξη της αύξησης επιτοκίων καταδεικνύει πως η Τράπεζα της Ιαπωνίας δίνει πλέον μεγαλύτερη βαρύτητα στους πληθωριστικούς κινδύνους παρά στις ανησυχίες για την οικονομική ανάπτυξη. Παράλληλα, η μείωση της αβεβαιότητας γύρω από τις ενεργειακές προμήθειες και τις θαλάσσιες μεταφορές στη Μέση Ανατολή φαίνεται να ενίσχυσε την εμπιστοσύνη των υπευθύνων χάραξης πολιτικής ώστε να συνεχίσουν την πορεία εξόδου από το εξαιρετικά χαλαρό νομισματικό καθεστώς των προηγούμενων δεκαετιών.
Σημαντικό ρόλο στην απόφαση διαδραμάτισε και η συνεχιζόμενη αδυναμία του γεν, το οποίο παρά τις πρόσφατες παρεμβάσεις της ιαπωνικής κυβέρνησης παρέμεινε κοντά στα 160 γεν ανά δολάριο. Η υποτίμηση του νομίσματος ενισχύει μεν την ανταγωνιστικότητα των εξαγωγών, ωστόσο αυξάνει το κόστος των εισαγωγών και τροφοδοτεί τον εισαγόμενο πληθωρισμό, επιβαρύνοντας παράλληλα τα δημόσια οικονομικά καθώς η κυβέρνηση αναγκάζεται να διαθέτει πρόσθετους πόρους για τη στήριξη των νοικοκυριών απέναντι στις αυξημένες τιμές ενέργειας.
Παρά την πρόσφατη επιβράδυνση του δομικού πληθωρισμού στο 1,4%, αναλυτές επισημαίνουν ότι η αποκλιμάκωση οφείλεται κυρίως σε προσωρινά κυβερνητικά μέτρα, όπως οι επιδοτήσεις καυσίμων και οι φορολογικές ελαφρύνσεις, γεγονός που διατηρεί ανοιχτό το ενδεχόμενο περαιτέρω αυστηροποίησης της νομισματικής πολιτικής εφόσον οι πληθωριστικές πιέσεις αποδειχθούν πιο επίμονες.
Μετάβαση στην Πηγή
Author: