
Στη δεύτερη φτωχότερη χώρα της ΕΕ οι εργαζόμενοι γονατίζουν από την ακρίβεια, δεν βγάζουν τον μήνα με το μισθό τους και ψάχνουν απεγνωσμένα στέγη. Τι μπορεί να κάνει για όλα αυτά ο Κυριάκος Μητσοτάκης; Θυμώνει και λυπάται. Δεν είναι άλλωστε ούτε καν 7 χρόνια πρωθυπουργός.
Υπάρχει ένας στίχος του Γιάννη Αγγελάκα που θα μπορούσε να συνοψίσει όλο το σκεπτικό αυτού του ρεπορτάζ, το οποίο ξεκίνησε από μια απλή απορία: γιατί ενώ ολοένα και πιο πολλοί, ολοένα και πιο πολύ φτωχαίνουμε, μοιάζει να δεχόμαστε παθητικά τον καταιγισμό στοιχείων που δείχνουν ότι η χώρα μας βυθίζεται; «Η φτώχεια είναι πιο φρόνιμη αν νιώθει ότι φταίει», λέει ο Αγγελάκας και μάλλον αυτό εξηγεί το σπιράλ της σιωπής στο οποίο έχουμε μπει, ενώ τα στοιχεία που έρχονται από παντού κραυγάζουν ότι κάτι δεν πάει καθόλου καλά στην Ελλάδα, όπου οι δείκτες ευημερούν κι οι άνθρωποι υποφέρουν.
Υπομονή μέχρι το 2050 μας λέει να κάνουμε η Κομισιόν, αφού εως τότε η Ε.Ε. θα έχει πετύχει τον υπερφιλόδοξο στόχο να έχει εξαλείψει της φτώχεια, που σήμερα μαστίζει περισσότερους από 93 εκατομμύρια Ευρωπαίους και ένα στα τέσσερα παιδιά που μεγαλώνει σε συνθήκες οικονομικής ανασφάλειας. Η ευρωπαϊκή στρατηγική για την καταπολέμηση της φτώχειας, που παρουσιάστηκε την προηγούμενη εβδομάδα, εστιάζει σε διάφορες πληθυσμιακές ομάδες, με ιδιαίτερη αναφορά στους «εργαζόμενους φτωχούς», αλλά και την μεσαία τάξη που πιέζεται πια ασφυκτικά.
«Σε ολόκληρη την ΕΕ, οι αυξανόμενες πιέσεις λόγω του κόστους διαβίωσης ωθούν όλο και περισσότερους ανθρώπους στη φτώχεια, επιδεινώνοντας τις δυσκολίες για όσους ήδη αντιμετωπίζουν προβλήματα και αυξάνοντας την οικονομική επισφάλεια των νοικοκυριών μεσαίου εισοδήματος», αναφέρεται στο ευρωπαϊκό κείμενο. «Το 88% των πολιτών στην Ε.Ε. εκφράζει ανησυχία για το καθημερινό κόστος διαβίωσης και τις επιπτώσεις του στο μέλλον του νοικοκυριού τους . Αυτό αποτελεί σοβαρό πρόβλημα για τους ανθρώπους που ήδη βιώνουν τη φτώχεια σήμερα, ενώ ωθεί εκείνους της μεσαίας τάξης στον κίνδυνο να βιώσουν οικονομική αβεβαιότητα και δυσκολίες. (…) Με την αύξηση των τιμών των τροφίμων, μια συνεχώς αυξανόμενη ομάδα ανθρώπων εξαρτάται από τη στήριξη των αρχών ή οργανώσεων για την πρόσβαση σε τρόφιμα ή βασίζεται στη στήριξη των τραπεζών τροφίμων».
Μιλώντας για φτώχεια δεν χρειάζεται να πάμε πολύ μακριά – αρκεί να κοιτάξει ο καθένας μας τον καθρέφτη του. Ποια ήταν η τελευταία φορά που χρειάστηκε να αφήσετε απλήρωτο κάποιο λογαριασμό; Ποια ήταν η τελευταία φορά που έπρεπε να επιλέξετε ανάμεσα στο να πληρώσετε το φροντιστήριο του παιδιού και ένα καινούργιο ρούχο; Πότε χάλασε ένα μικρό κάτι στο σπίτι σας και νιώσατε ότι έρχεται η καταστροφή; Πόσες φορές δεν πήγατε στον οδοντίατρο γιατί δεν έβγαινε ο μήνας; Και, φυσικά, θα πάτε διακοπές φέτος; Αυτά όλα είναι μικρά καθημερινά παραδείγματα της φτώχειας που μας κυκλώνει και δεν φωνάζει – ίσως γιατί ντρέπεται, ίσως γιατί φοβάται, ίσως γιατί δεν βλέπει κανένα νόημα.
Πριν λίγες μέρες η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή δημοσιοποίησε στοιχεία, βασισμένα σε δεδομένα της Eurostat για το 2025. Περισσότεροι από ένας στους τέσσερις στην Ελλάδα βρίσκονται αντιμέτωποι με τον κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού, δηλαδή επιβιώνουν κάτω από το όριο της φτώχειας, σε συνθήκες σοβαρής υλικής και κοινωνικής στέρησης ή σε νοικοκυριά με πολύ χαμηλή ένταση εργασίας. Η Ελλάδα καταγράφει το δεύτερο υψηλότερο ποσοστό στην Ευρωπαϊκή Ένωση με 27,5%, πίσω μόνο από τη Βουλγαρία (29%) και οριακά πάνω από τη Ρουμανία (27,4%). Το ποσοστό αυτό βρίσκεται σημαντικά υψηλότερα από τον μέσο όρο της Ε.Ε. (20,9%). Όμως η φτώχεια έχει πολλά περισσότερα πρόσωπα από όσα καταγράφουν οι δείκτες – κατοικεί ανάμεσα μας κι έχει τρυπώσει μέσα μας.
«Ο Μάιος είναι τρομερός, βρισκόμαστε στα μέσα του και δεν ξέρω πως θα τελειώσει», μας λέει ο 42χρονη Παναγιώτα. Τι ήταν αυτό που έκανε τρομακτικό το μήνα των λουλουδιών και της λιακάδας; Μια υδραυλική εργασία που κόστισε 200 ευρώ – κι Παναγιώτα δεν τα είχε. «Αναγκαστικά άφησα απλήρωτους λογαριασμούς αφού τα νερά έτρεχαν μέσα στο σπίτι. Νιώθω τρομερά άσχημα, δουλεύω 20 χρόνια και δεν έχω ούτε 1.000 ευρώ στην άκρη. Και ντρέπομαι να ζητήσω από τους γονείς μου». Στη θέση της ωστόσο βρίσκονται όλο και περισσότεροι – αρκεί να ρωτήσει κανείς τους διαχειριστές σε πολυκατοικίες, ακόμα και σε αυτές που θεωρούνται «καλές» συνοικίες, όπως ας πούμε το Μαρούσι ή η Κηφισιά. «Παρατηρώ ότι οι συγκάτοικοι ζορίζονται όλο και πιο πολύ», μας λέει ο Παναγιώτης. «Ακόμα και άνθρωποι που ήταν πάντα πολλοί συνεπείς μπορεί να καθυστερήσουν τα κοινόχρηστα. Για συντήρηση της πολυκατοικίας ούτε λόγος πια. Ποιος θα μπορούσε να αντιμετωπίσει το κόστος ενός βαψίματος; Όταν πριν λίγους μήνες χρειάστηκε να αλλάξουμε τα κουδούνια της θυρεοτηλεόρασης λόγω παλαιότητας, για όλους ήταν δυσβάσταχτα τα 160 ευρώ».
«Όταν μιλάμε για φτώχεια και κοινωνικό αποκλεισμό πλέον δεν αναφερόμαστε πλέον μόνο σε ευάλωτες κοινωνικές ομάδες», μας επιβεβαιώνει η Μαριανέλλα Κλώκα, πρόεδρος του Ελληνικού Δικτύου για την Καταπολέμηση της Φτώχειας. «Οι άνθρωποι που ζουν κάτω από το όριο της φτώχειας και αποτελούν πλέον μια μεγάλη κοινωνική κατηγορία έχουν δίπλα τους ολοένα περισσότερα νοικοκυριά χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος του γενικού πληθυσμού και γινόμαστε μάρτυρες ενός συνεχούς βαθέματος της φτωχοποίησης και της κοινωνικής ανασφάλειας».

Το Δίκτυό έχει εστιάσει την ποιοτική έρευνά του σε οικογένειες στην Αθήνα, την Καλλιθέα και τη Μεταμόρφωση. Όπως εξηγεί η Κλώκα, «διαπιστώσαμε ότι οι υψηλές τιμές των ενοικίων, της ενέργειας και των βασικών ειδών διατροφής, σε συνδυασμό με συσσωρευμένα χρέη από τις διαδοχικές κρίσεις, τη χαμηλή ένταση εργασίας ή ακόμη και την αδυναμία εργοδοτών να καταβάλλουν έγκαιρα τους μισθούς, οδηγούν οικογένειες χαμηλού αλλά και μεσαίου εισοδήματος σε κίνδυνο φτώχειας.
»Οι ίδιοι οι γονείς περιγράφουν πως η καθημερινή αγωνία για το πώς θα “βγει” ο μήνας, όσο κι αν προσπαθούν να την κρύψουν, μεταφέρεται αναπόφευκτα στα παιδιά. Η αδυναμία κάλυψης διακοπών, εξωσχολικών δραστηριοτήτων ή ακόμη και βασικών κοινωνικών αναγκών — όταν αυτές δεν παρέχονται δωρεάν — εντείνει τον κοινωνικό αποκλεισμό και επιβαρύνει ψυχικά τόσο τα παιδιά όσο και τους ίδιους τους γονείς.
»Πρόκειται για ανθρώπους που δίνουν σιωπηλά έναν καθημερινό αγώνα επιβίωσης, συχνά μακριά από τη δημόσια συζήτηση και τα φώτα της δημοσιότητας. Και το πλαίσιο γίνεται ακόμη πιο ασφυκτικό όταν συνυπάρχουν προβλήματα υγείας, ανάγκες φροντίδας ηλικιωμένων γονέων ή παιδιά με αναπηρία».
Ο Τάσος Υφαντής είναι Αναπληρωτής Γενικός Γραμματέας των Γιατρών του Κόσμου, που πρόσφατα παρουσιάσαν την καμπάνια τους «1 στους 4». «Εστιάζουμε στο ¼ βάση των αναλύσεων της ΕΛΣΤΑΤ και της Eurostat, θίγοντας όμως παράλληλα και τον πληθυσμό εκείνο που δεν τον συμπεριλαμβάνουν αυτές οι ανεξάρτητες αρχές στις καταγραφές τους, όπως είναι οι ευάλωτες κοινότητες και ομάδες του πληθυσμού, ενδεχομένως ο άστεγος πληθυσμός, οι κοινότητες Ρομά, οι πρόσφυγες και οι μετανάστες, ακριτικές και ορεινές περιοχές της χώρας. Η φτώχεια δεν είναι ένα ατομικό πρόβλημα, αλλά ένα κοινωνικό ζήτημα, το οποίο το 2026 οι ανεπτυγμένες χώρες θα έπρεπε να έχουν επιλύσει με την παροχή βασικού εισοδήματος».

Όπως λέει ο Υφαντής, τα τελευταία χρόνια, αρκετοί άνθρωποι που εργάζονται σεζόν στον τουρισμό, τον χειμώνα καταφεύγουν στην οργάνωση και στο υπνωτήριο αστέγων γιατί το εισόδημά τους δεν επαρκεί για να βρουν κατοικία. Οι Γιατρού του Κόσμου βλέπουν ανθρώπους που βιώνουν υλική αποστέρηση, που παραμελούν την υγεία τους ή τη φαρμακευτική τους συμμόρφωση για οικονομικούς λόγους. «Δεν μπορεί από την μια μέρα στην άλλη και ανεξάρτητα από οικονομικούς δείκτες – αφού είναι γεγονός πως έχει πέσει η ανεργία – οι δομές, οι θεσμοί και η παραγωγικότητα στην κοινωνία έχει αποκατασταθεί στα επίπεδα που ήταν πριν την οικονομική κρίση», λέει ο Υφαντής σημειώνοντας και μια μεγάλη αλλαγή που έχει συντελεστεί μέσα στα τελευταία δύσκολα χρόνια, στο πιο σταθερό δίχτυ ασφαλείας που είχαν διαχρονικά οι Έλληνες, την οικογένεια: «οι άνθρωποι που υποστηρίζονταν από τους γονείς τους στα πρώτα χρόνια της κρίσης δεν υποστηρίζονται πια και δεν υποστηρίζουν κι εκείνοι τους γονείς τους».
Αν μπορούσε ο Υφαντής να μας πάρει από το χέρι και να περπατήσουμε μαζί στον «αόρατο» κόσμο της φτώχειας στην Ελλάδα, τι θα βλέπαμε; «Θα το όριζα καταρχήν γεωγραφικά, θα πηγαίναμε στην Δυτική Αττική, στην Μακεδονία. Και θα έθετα επί τάπητος το ζήτημα πως μπορεί κάποιος να επιβιώσει με πάρα πολύ χαμηλό εισόδημα σε μηνιαία βάση, ενώ υπάρχει πολύ σημαντική αύξηση των ενοικίων, του κόστους των μεταφορών, των φαρμάκων, των τροφίμων. Ένας άνθρωπος δεν μπορεί να τα βγάλει πέρα και τις 30 μέρες του μήνα χωρίς υποστήριξη από κοινωνικές υπηρεσίες ή ΜΚΟ. Μοιραία καταφεύγουν σε δίκτυα αλληλεγγύης, σε συγγενείς, σε φίλους. Υπάρχουν άνθρωποι μεγαλύτερης ηλικίας που ζουν από την υποστήριξη της γειτονιάς και του ευρύτερου περιβάλλοντος».
Όπως εξηγεί ο Υφαντής, οι ηλικιωμένοι, οι μονογονεϊκές οικογένειες, τα μοναχικά άτομα χωρίς υποστηρικτικό δίκτυο και σε μακροχρόνια ανεργία, αλλά και νέοι σε εργασιακή επισφάλεια αντιμετωπίζουν τις μεγαλύτερες δυσκολίες. «Είναι πραγματικά κρίμα μετά από όλα όσα έχουμε ζήσει την περίοδο των μνημονιακών δεσμεύσεων να μην έχουμε μάθει και να μην έχουμε οργανώσει ολοκληρωμένες υπηρεσίες – τα προβλήματα συνεχίζονται. Η παγκόσμια κατάσταση της οικονομίας και η γεωπολιτική συνθήκη ενδέχεται να φέρει νέες προκλήσεις και νέες κρίσεις το αμέσως επόμενο διάστημα. Δεν είμαι καθόλου σίγουρος πως κοινωνίες κι υπηρεσίες όπως της Ελλάδας θα μπορέσουν άμεσα να ανταποκριθούν. Χωρίς να θέλω να κινδυνολογήσω, ενδέχεται να αντιμετωπίσουμε κάποιο οξυμμένο πρόβλημα τους επόμενους μήνες. Πως θα λειτουργήσουμε; Πως θα αντιδράσουμε; Ποιοι είναι οι φορείς που πρέπει να συνεργαστούν; Ποιες είναι οι εθνικές στρατηγικές; Τι έχει υλοποιηθεί; Τι έχει αξιολογηθεί; Όλα αυτά τα δεδομένα δυστυχώς δεν τα έχουμε».
Σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις, η ακρίβεια είναι ένα από τα μόνιμα προβλήματα των πολιτών – και η ακρίβεια «γεννάει» φτώχεια. Σύμφωνα δε με την πρόσφατη δημοσκόπηση της Alco, το κυβερνητικό αφήγημα ότι για όλα αυτά ευθύνεται ο πόλεμος δεν περπατάει, αφού ένας στους δύο πολίτες επιρρίπτουν ευθύνες στην κυβέρνηση. Αν ωστόσο κανείς συγκρίνει με προηγούμενες ιστορικές περιόδους, μάλλον στη συγκεκριμένη συγκυρία επικρατεί σιωπή από την πλευρά της κοινωνίας. Η πτώση του βιοτικού μας επιπέδου συντελείται μέσα στη σιωπή. Γιατί; Αυτή είναι η ερώτηση που θέσαμε στον κοινωνιολόγο, οικογενειακό-συστημικό θεραπευτής και συγγραφέα, Ηλία Γκότση.

«Το θέμα αγγίζει κάτι που οι αριθμοί δύσκολα αποτυπώνουν και αυτό είναι η εσωτερίκευση της κοινωνικής οδύνης και της συλλογικής απελπισίας», λέει ο Γκότσης. «Ο ένας στους τέσσερις που κινδυνεύει με φτώχεια δεν διαμαρτύρεται αλλά σιωπά, γιατί έχει εσωτερικεύσει μια κυρίαρχη κουλτούρα: στον νεοφιλελευθερισμό η επιτυχία είναι ατομικό επίτευγμα, άρα και η «αποτυχία» είναι ατομικό έλλειμμα και όχι αποτέλεσμα ενός συστημικού ελλείμματος που είναι σύμφυτο με τον τρόπο που οργανώνουμε την κοινωνία και την οικονομία μας, δηλαδή με τον καπιταλισμό.
»Η σιωπή αυτή δεν είναι πάντα παθητική. Διακόπτεται ενίοτε από κραυγές απόγνωσης που όμως δεν μπορούν να μετουσιωθούν σε συλλογική εμπειρία.
Και στο βάθος αυτής της σιωπής υπάρχει κάτι ακόμα βαθύτερο: η απουσία νοήματος. Η συλλογική δράση προϋποθέτει μια αφήγηση που να δίνει όνομα στην αδικία, να την αποκαλύπτει και να κινητοποιεί κοινό φαντασιακό. Αυτή η αφήγηση σήμερα απουσιάζει. Και χωρίς αυτήν, ο πόνος δεν γίνεται οργή, δεν μετατρέπεται σε αλληλεγγύη, δεν γίνεται κοινωνικό κίνημα».
Μετάβαση στην Πηγή
Author: