
Οι βομβαρδισμοί των ΗΠΑ και του Ισραήλ μπορεί να σκότωσαν τον ιρανό ανώτατο ηγέτη, αλλά δεν ανάγκασαν την Τεχεράνη να συνθηκολογήσει και το Ιράν συνεχίζει να προβαίνει σε αντίποινα.
Οι βομβαρδισμοί των ΗΠΑ και του Ισραήλ μπορεί να σκότωσαν τον ιρανό ανώτατο ηγέτη, αλλά δεν ανάγκασαν την Τεχεράνη να συνθηκολογήσει και το Ιράν συνεχίζει να προβαίνει σε αντίποινα, από το στενό του Χορμούζ ως τα κράτη του Κόλπου, με το χάος που έχει ενσκήψει να τραντάζει την παγκόσμια οικονομία και με τον αμερικανό πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ να έχει μπροστά του διάφορες επιλογές, που όμως ενέχουν όλες κινδύνους.
Από την δική τους σκοπιά, όλα είχαν αρχίσει θαυμάσια για τις ΗΠΑ και το Ισραήλ νωρίς το πρωί του Σαββάτου 28ης Φεβρουαρίου, όταν οι πρώτες στήλες καπνού υψώνονταν στους αιθέρες της Τεχεράνης, αφού χτυπήθηκαν προσεκτικά μελετημένοι στόχοι, έπειτα από χρόνια κατασκοπείας και σχεδιασμών.
Αποκεφαλισμένη ναι, καταπτοημένη όχι
Στα συντρίμμια από τα οποία αναδίδονταν καπνοί, σε κτιριακό συγκρότημα της ιρανικής πρωτεύουσας, κείτονταν τα λείψανα του Αλί Χαμενεΐ, του ανώτατου ηγέτη του Ιράν, μελών της οικογένειάς του, δεκάδων ανώτερων πολιτικών και στρατιωτικών αξιωματούχων . Οι Ισραηλινοί είχαν μόλις φέρει σε πέρας πλήγμα «αποκεφαλισμού» της ιρανικής ηγεσίας.
Ήταν αυτό το τέλος της Ισλαμικής Δημοκρατίας;
Τα πλήγματα «αποκεφαλισμού» στην πραγματικότητα «ποτέ δεν είναι αποτελεσματικά» σε πολέμους μεταξύ κρατών, προειδοποιούσε ο αμερικανός καθηγητής Ρόμπερτ Πέιπ στο βιβλίο αναφοράς για τους κυρίως αμερικανικούς πολέμους από αέρος Bombing to Win (Cornell University Press, 1996, αμετάφραστο στα ελληνικά).
Οι ιρανικές αρχές, που οικοδομήθηκαν για δεκαετίες πάνω στο υπαρξιακό μίσος εναντίον των ΗΠΑ, και δεν δίστασαν για να παραμείνουν στην εξουσία να σκοτώσουν σύμφωνα με υπολογισμούς ΜΚΟ χιλιάδες διαδηλωτές τον Ιανουάριο, δεν επρόκειτο να καθίσουν με τα χέρια σταυρωμένα.
«Είχαμε είκοσι χρόνια να μελετήσουμε τις αμερικανικές στρατιωτικές ήττες ανατολικά και δυτικά των συνόρων μας. Αντλήσαμε διδάγματα», κατά τον υπουργό Εξωτερικών Αμπάς Αραγτσί. «Η αποκεντρωμένη άμυνα μωσαϊκό μας επιτρέπει να αποφασίσουμε εμείς το πότε και το πώς θα λάβει τέλος ο πόλεμος».
Ο όρος αυτός, η άμυνα μωσαϊκό, είναι «στρατηγική έννοια» για το Ιράν και «άρχισε να αναπτύσσεται το 2005, μετά τις αλλαγές καθεστώτων από τους Αμερικανούς στο Αφγανιστάν και στο Ιράκ», επισημαίνει ο Ελί Τενενμπόμ, του IFRI (Institut français des relations internationales, γαλλικό ινστιτούτο διεθνών σχέσεων). Πρακτικά, σημαίνει αποκέντρωση της στρατιωτικής διοίκησης, ώστε να μην μπορούν να είναι αποτελεσματικές ακριβώς επιθέσεις αποκεφαλισμού.
Το καθεστώς φαντάζει «σχεδόν άθικτο», κρίνει ο ιρανικής καταγωγής ερευνητής Αλί Βαέζ του International Crisis Group. Εφαρμόζει τους σχεδιασμούς του, που έχουν τρεις άξονες: «πρώτο, την εξασφάλιση της επιβίωσής του. Δεύτερο, τη διατήρηση δυνατότητας αποτελεσματικής ανταπόδοσης, για να συνεχίσει τη μάχη. Τρίτο, την παράταση της σύγκρουσης, της επέκτασής της στον χρόνο και στον χώρο, ώστε να μπορέσει να την τερματίσει προς όφελός του».
Όταν άνοιξε το κουτί της Πανδώρας
Με πυραύλους και χιλιάδες μη επανδρωμένα εναέρια οχήματα, συγκριτικά φθηνά, από τη μαρίνα του Ντουμπάι ως τις θαλάσσιες οδούς πετρελαιοφόρων δεξαμενόπλοιων, η Τεχεράνη ανταπέδωσε βομβαρδίζοντας ό,τι βρίσκεται εντός εμβέλειας — μεταφέροντας το πεδίο της μάχης σε τρίτες χώρες, από τον Κόλπο ως την Τουρκία, το Ιράκ, την Κύπρο…
Η σύρραξη εξαπλώθηκε στον Λίβανο, που βυθίζεται ξανά στο χάος, μετά την επανέναρξη του πολέμου ανάμεσα στο Ισραήλ και τη Χεζμπολά. Κι απειλεί να στραγγαλίσει την παγκόσμια οικονομία, λόγω του κλεισίματος του στενού του Χορμούζ, στρατηγικής σημασίας θαλάσσιας οδού διέλευσης υδρογονανθράκων.
Συνέπειες: οι τιμές του πετρελαίου απογειώθηκαν, η αεροπορική κίνηση μειώθηκε δραματικά, τουρίστες και διπλωμάτες φεύγουν μαζικά από τον Κόλπο, η εικόνα του οποίου, αυτή της ηρεμίας και της σταθερότητας, έχει γίνει χίλια κομμάτια.
Σε χώρες της Ασίας, που είναι ο κυριότερος προορισμός του πετρελαίου που περνά από το Χορμούζ, ουρές χιλιάδες οχημάτων και μοτοσικλετών σχηματίζονται μπροστά σε πρατήρια καυσίμων. Στο Μπανγκλαντές επιβλήθηκε δελτίο κι αναπτύχθηκε ο στρατός, για να προληφθούν ταραχές. Οι χώρες που καταναλώνουν τους υδρογονάνθρακες που εξάγονται από τον Κόλπο ψάχνουν τον τρόπο να αντιδράσουν. Χώρες μέλη του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας (ΔΟΕ) αποφάσισαν να αποδεσμεύσουν 400 εκατομμύρια βαρέλια –ποσότητα ρεκόρ– από τα στρατηγικά τους αποθέματα. Πλην όμως χωρίς κάποιο απτό αποτέλεσμα.
Η κρίση είναι μολυσματική: στη Μομπάσα, στην Κένυα, οι παραγωγοί τσαγιού είδαν να μένει απούλητο το 20% της προσφοράς αυτή την εβδομάδα, πτώση που οφειλόταν κυρίως στον πόλεμο.
«Ξέραμε» ότι η επίθεση εναντίον του Ιράν «θα άνοιγε το κουτί της Πανδώρας», τονίζει ο σαουδάραβας ερευνητής Αζίζ Αλγασιάν, του Gulf International Forum, υπογραμμίζοντας ιδίως την «οργή» των χωρών του Κόλπου, που είχαν επενδύσει τεράστιο πολιτικό κεφάλαιο για να βελτιώσουν τη σχέση τους με τον γείτονα κι αντίπαλο, από πολιτική και θρησκευτική άποψη.
Οι ΗΠΑ μήπως εξεπλάγησαν, ή προεξοφλούσαν την κατάσταση κι όλα τα ιρανικά αντίποινα, από τα πλήγματα στον Κόλπο ως το κλείσιμο του στενού του Χορμούζ, καθώς είχαν υπάρξει πολλές προειδοποιήσεις;
Ο αμερικανός πρόεδρος Τραμπ και ο υπουργός Πολέμου Πιτ Χέγκσεθ σε κάθε περίπτωση μοιάζουν ατάραχοι, αδιάφοροι για τις συνέπειες.
Ο πρώτος απαίτησε την περασμένη εβδομάδα «παράδοση άνευ όρων» της Τεχεράνης. Ο δεύτερος διαβεβαίωσε χθες Παρασκευή πως οι ΗΠΑ «έχουν ορίσει τους στόχους» και συνεχίζουν να δρουν «για την επίτευξή τους», παραμερίζοντας σκαιά τα ερωτήματα για τους σκοπούς του πολέμου.
«Αυτό που με εκπλήσσει, κάθε φορά, είναι το χάσμα ανάμεσα στην επιχειρησιακή υπεροχή μας έναντι του Ιράν και τη στρατηγική κατανόηση» της χώρας αυτής, που δεν επέτρεψε να προβλεφθεί η εξέλιξη της σύγκρουσης, θα πει ο αναλυτής Ντάνι Κιτρίνοβιτς του ισραηλινού INSS (ινστιτούτου μελετών για την εθνική ασφάλεια).
Ο Ζονατάν Πακέν, του πανεπιστημίου Λαβάλ του Κεμπέκ, εκτιμά ότι «η αμερικανική κυβέρνηση επέδειξε αναμφίβολα υπεροψία, πιστεύοντας πως αυτή κράταγε όλα τα χαρτιά στα χέρια της» και ότι θα κατάφερνε επιτέλους να βγάλει το αγκάθι από το πλευρό «κάθε αμερικανικής κυβέρνησης» από την εποχή εκείνης «του Τζίμι Κάρτερ».
Μπορεί να ξεγελάστηκε, προσθέτει, μετά «την επιτυχία της τον Ιανουάριο εναντίον του (σ.σ. πρώην προέδρου Νικολάς) Μαδούρο στη Βενεζουέλα», υπερτιμώντας «την ποσότητα των δεδομένων για το Ιράν που συγκεντρώνονταν κι αναλύονταν από την τεχνητή νοημοσύνη», καθώς και «τη δύσκολη περίοδο που περνούσε η Τεχεράνη, καθώς έχασε την επιρροή της στην περιοχή και συμμάχους της όπως η Χαμάς και η Χεζμπολά» –κινήματα που επίσης αποκεφαλίστηκαν μετά την επίθεση της 7ης Οκτωβρίου 2023 στο Ισραήλ– καθώς και «τις μεγάλες διαδηλώσεις του Δεκεμβρίου και του Ιανουαρίου» που συντάραξαν τη χώρα.
Το σενάριο του κράτους «ζόμπι» κι οι αμερικανικές εκλογές ενόψει
Πλέον ποιος κερδίζει και ποιος ζημιώνεται όσο περνά ο χρόνος; Θα είναι το σοκ στο Ιράν μοιραίο πιο μακροπρόθεσμα; Μήπως ο Ντόναλντ Τραμπ, που μοιάζει διαρκώς να αλλάζει τους στόχους του πολεμικού του εγχειρήματος, μπλέχτηκε σε γρανάζια θανάσιμα για τους αιρετούς του κόμματός του;
Η Τεχεράνη συνεχίζει να σκορπά χάος, θάνατο και συντρίμμια στην περιοχή. Το πετρέλαιο συνεχίζει να μην εξάγεται από τον Κόλπο μέσω του στενού του Χορμούζ. Η Ισλαμική Δημοκρατία κρατά ακόμη κάποια πιθανά χαρτιά στα χέρια της. Από το σενάριο της υποκίνησης τρομοκρατικών ενεργειών σε κράτη της Δύσης ως αυτό της εμπλοκή των συμμάχων της στην Υεμένη, των Χούθι, για να παρεμποδίσουν την κίνηση των πλοίων στην Ερυθρά Θάλασσα.
Βραχυπρόθεσμα, είναι το Ιράν αυτό που μοιάζει να βρίσκεται σε καλύτερη θέση. Παρά τον κίνδυνο διπλωματικής αυτοκτονίας, πλήττει με την οριζόντια κλιμάκωση συμμάχους της Ουάσιγκτον στην περιοχή και «θέτει υπό ομηρία την παγκόσμια οικονομία για να θέσει υπό πίεση τον Τραμπ», συνοψίζει ο Αλί Βαέζ.
Από την άλλη, ο Ντόναλντ Τραμπ «είναι ξεκάθαρα αντιμέτωπος με μεγάλες προκλήσεις», παρατηρεί η Λορ Φουσέ του γαλλικού FRS (ιδρύματος στρατηγικών ερευνών).
Η Ουάσιγκτον «ενεπλάκη στον πόλεμο νομίζοντας ότι μπορούσε να τον κερδίσει με μάλλον λίγα κόστη. Αλλά υφίσταται κόστη», υπογραμμίζει ο Νέιτ Σουάνσον του Atlantic Council.
Από στρατιωτική σκοπιά, οι ιρανικές ομοβροντίες πυραύλων και drones και το πόσο πολλοί πύραυλοι των συστημάτων αντιαεροπορικής άμυνας Patriot και THAAD ξοδεύονται για την αναχαίτισή τους έχει αντίκτυπο, καθώς τα όπλα του είδους είναι «δαπανηρό και χρονοβόρο» να παραχθούν, παρατηρεί ο κ. Τενενμπόμ.
Διπλωματικά, έχει κάνει κράτη του Κόλπου να φρίξουν, ενώ πολιτικά –πάνω απ’ όλα–, ο Ντόναλντ Τραμπ έχει μπροστά του τις εκλογές του μέσου της δεύτερης θητείας του τον Νοέμβριο.
Ο αμερικανός πρόεδρος «ασφαλώς υποτίμησε τον οικονομικό αντίκτυπο του πολέμου», ειδικά «στην ενέργεια». «Οι Αμερικανοί υποφέρουν από το κόστος ζωής κι αναμφίβολα υπάρχουν ρεπουμπλικάνοι βουλευτές και γερουσιαστές που τηλεφωνούν στον Λευκό Οίκο για να πουν ότι κινδυνεύουν να χάσουν τις έδρες τους», τουλάχιστον κατά τον κ. Πακέν.
Πέρα από τις βραχυπρόθεσμες συνέπειες, η Τεχεράνη καλείται επίσης να ξεπεράσει τεράστιες προκλήσεις, σύμφωνα με τον Κλεμάν Τερμ, αναλυτή του IFRI, που θεωρεί ότι το σοκ του πολέμου και οι συνέπειες της ανταπόδοσης των πληγμάτων από το Ιράν μπορεί να απειλήσουν την ίδια την επιβίωση της Ισλαμικής Δημοκρατίας.
«Θεωρώ ότι το πιο πιθανό σενάριο είναι αυτό του κράτους-ζόμπι» που θα διατηρεί τον έλεγχο, χάρη στον μηχανισμό ασφαλείας του, «αλλά δεν θα εκπληρώνει τη λειτουργία του διότι θα είναι αποδιοργανωμένο», για παράδειγμα στην «είσπραξη των φόρων» ή στη συνέχιση «των εξαγωγών πετρελαίου». Η Τεχεράνη «ήδη δυσκολεύεται να καταβάλει τους μισθούς αυτόν τον μήνα» στους υπαλλήλους του δημοσίου, επισήμανε.
Η ιρανική εξουσία θα πρέπει επίσης να εξασφαλίσει την πίστη του κατασταλτικού μηχανισμού, που «διατήρησε τη συνοχή του τον Ιανουάριο, κατά τη διάρκεια των σφαγών» διαδηλωτών που κατήγγειλαν ΜΚΟ, παρότι υπήρξαν αποσκιρτήσεις, «ιδίως στην αστυνομία».
Η λαϊκή εξέγερση που παροτρύνει να ξεσπάσει ο Ντόναλντ Τραμπ δεν φάνηκε μέχρι στιγμής, εν μέσω πολέμου, αλλά δεν αποκλείεται να ξεσπάσει αργότερα. «Είδαμε ότι ο πόλεμος των 12 ημερών (τον Ιούνιο του 2025) δεν είχε αποτέλεσμα να ξεσηκωθεί ο πληθυσμός σε καιρό πολέμου. Πλην όμως, μερικούς μήνες αργότερα, είχαμε τις μεγαλύτερες μαζικές κινητοποιήσεις που έγιναν στην Ισλαμική Δημοκρατία από το 2009. Επομένως, είναι ακόμη λιγάκι νωρίς για να κρίνουμε την επίπτωση αυτών των βομβαρδισμών σε δυνητική εξέγερση», κατ’ αυτόν.
Επιλογές υψηλού κινδύνου
Περιμένοντας να καθίσει η σκόνη, ο Ντόναλντ Τραμπ έχει μπροστά του διάφορες επιλογές, που όμως όλες ενέχουν υψηλό κίνδυνο, ανεξάρτητα από το τι θέλει –ή τι μπορεί– να κάνει το Ισραήλ.
«Το πιο πιθανό είναι να αναθεωρήσει την έννοια της νίκης, παραμερίζοντας την ιδέα της (ιρανικής) παράδοσης ή της αλλαγής καθεστώτος, δηλαδή (να δηλώσει) ‘κάναμε τη δουλειά, οι στόχοι επιτεύχθηκαν, τώρα επαφίεται στον ιρανικό λαό’» να αλλάξει την κυβέρνηση, εκτιμά ο κ. Πακέν.
Ο κ. Σουάνσον συγκρατεί τρεις υποθέσεις.
«Η πρώτη είναι να σταματήσει τον πόλεμο και να ανακηρύξει τη νίκη», διότι επιτεύχθηκαν οι στόχοι — ο ιρανός ανώτατος ηγέτης εξοντώθηκε, το πυρηνικό πρόγραμμα σταμάτησε, ο ιρανικός στρατιωτικός μηχανισμός υπέστη φθορά. Αλλά η Τεχεράνη θα μπορούσε σε αυτή την περίπτωση να συνεχίσει τις εχθροπραξίες, αναγκάζοντας τον Ντόναλντ Τραμπ να χειριστεί την κατάσταση με φόντο την εντεινόμενη δυσαρέσκεια των συμμάχων για την αμερικανική συμπεριφορά.
«Η δεύτερη επιλογή είναι να πλειοδοτήσει, να αναπτύξει χερσαία στρατεύματα στο Ιράν, για ειδικές επιχειρήσεις, ή δυνητικά πιο μακροπρόθεσμες», με όλους τους κινδύνους, στρατιωτικούς και πολιτικούς, που θα συνεπαγόταν αυτό.
Και η τρίτη πιθανότητα είναι «να υποδαυλιστεί ένοπλη αντιπολίτευση και να της ανατεθεί» περίπου «με υπεργολαβία» να συνεχίσει τον πόλεμο, ώστε «να μεταμορφωθεί σε εθνική σύγκρουση επικεντρωμένη στο Ιράν, κάτι που θα επέτρεπε στις ΗΠΑ και στο Ισραήλ να αποσυρθούν» και επίσης «θα εμπόδιζε το Ιράν να κάνει προβολή της ισχύος του εκτός συνόρων».
Μετάβαση στην Πηγή
Author: