
Η προσχεδιασμένη καταστροφή στη μάχη του Αναλάτου – Ο μπαμπέσικος θάνατος του Καραϊσκάκη – Πώς επιβραβεύτηκαν οι Άγγλοι «προστάτες».
Σπάνια συναντάμε αναφορά στη μάχη του Αναλάτου (24 Απριλίου 1827), τη μεγαλύτερη ήττα των Ελλήνων στην Επανάσταση, μια προσχεδιασμένη καταστροφή. Την οργάνωσαν οι πράκτορες της Αγγλίας Κόχραν, Τσορτς και Μάσον αλλά και ο Γάλλος ναύαρχος Δεριγνί, με τη συνεργασία των Ελλήνων ηγετών του αγγλικού και του γαλλικού κόμματος, ώστε να περιοριστεί η Επανάσταση στην Πελοπόννησο. Η αποσιώπηση αυτήν την παράμετρο θέλει να εξαφανίσει από τη συλλογική μνήμη.
Το 1827 η τύχη της Επανάστασης παιζόταν στην Αθήνα. Οι Έλληνες κρατούσαν την Ακρόπολη, τους πολιορκούσε ισχυρή τουρκική δύναμη του Κιουταχή. Ο Καραϊσκάκης, αποφεύγοντας σύγκρουση σε ανοιχτό έδαφος έφυγε από την Αττική, συνέτριψε κάθε τουρκική δύναμη στη Ρούμελη, με αποκορύφωμα τη μάχη της Αράχοβας, και συγκέντρωσε πολλαπλάσια δύναμη: ξεκίνησε με 2.500 άντρες και, επιστρέφοντας, είχε πάνω από 10.000.
Τη σημασία της μάχης την είχαν συνειδητοποιήσει όλοι, με πρώτο τον Κολοκοτρώνη, που έστειλε 1.480 άντρες με αρχηγούς τον Γενναίο και τον Νικηταρά. Ο Κιουταχής μετατράπηκε από πολιορκητής σε πολιορκημένο. Απέμενε να κλείσουν οι Έλληνες τη Χαλκίδα και τον Ωρωπό, ώστε να μην υπάρχει δίοδος για ανεφοδιασμό του, οπότε μόνη λύση θα ήταν να αποχωρήσει στη Θεσσαλία.
Ο λόρδος και ο γύφτος
Σε αυτήν την κρίσιμη στιγμή η Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας αφαίρεσε την αρχηγία από τον Καραϊσκάκη. Αρχιστράτηγος ορίστηκε ο Ρ. Τσορτς και αρχιναύαρχος ο Τ. Κόχραν. Στις 6 Απριλίου 1827 έφτασαν στον Πειραιά, 7 Απριλίου ο Καραϊσκάκης ανέβηκε στη φρεγάτα «Ελλάς». Ο υπασπιστής και συγγενής του Κόχραν, ο Τζορτζ Κόχραν, στο βιβλίο «Wanderings in Greece», στέκεται στην εικόνα των Ελλήνων, στους χαιρετισμούς και στην περίφημη Τουρκοπούλα Μαριώ, η οποία ακολουθούσε από το 1825 ως υπασπιστής τον Καραϊσκάκη, ντυμένη αντρικά και με το όνομα «Ζαφείρης».
Η πραγματικότητα ήταν διαφορετική. Ο Κόχραν υπαναχώρησε και απαίτησε οι «Έλληνες να επιτεθούν κατά μέτωπον:
Κόχραν: «Όπου εγώ άρχω, πάσα άλλη αρχή παύει».
Καραϊσκάκης: «Είτε ακολουθήστε το σχέδιό μας είτε αφήστε μας να το εφαρμόσουμε μόνοι μας».
Κόχραν: «Εκ των κεράτων τον ταύρον».
Καραϊσκάκης: «Ποιον λέει ταύρον ο ναύαρχος; Τον “μπγα”; [σ.σ. ο ταύρος στη Ρούμελη] Αμ, πέστε του πως δεν τον πιάνουν από τα κέρατα γιατί τρυπάει. Από τα αρχίδια, με το συμπάθειο, τον πιάνουν και τότες παραλά και πέφτει κάτω».
Κόχραν: «Έχουμε από την Εθνική Συνέλευση όλη την πληρεξουσιότητα, πρέπει να σέβεσαι».
Καραϊσκάκης «Σέβουμαι, αλλά το συμφέρον της Ελλάδας δεν το προδίνω».

Ο διάλογος καθιστά φανερό τον στόχο των Άγγλων, μόνο ένας ανόητος δεν καταλάβαινε πως σύγκρουση σε ανοιχτή πεδιάδα θα οδηγούσε σε καταστροφή. Ο Κόχραν ανόητος δεν ήταν. Στις 9 Απριλίου με το επιτελείο του επισκέφθηκαν το στρατόπεδο όπου μίλησε ο Ε.Μάσον, γνώστης της ελληνικής γλώσσας και «τοποτηρητής» των αγγλικών μυστικών υπηρεσιών.
«Στρατιώται! Μη χρονοτριβείτε με μάταιες εκστρατείες! [σ.σ. το σχέδιο του Καραϊσκάκη] Επιτεθείτε αμέσως και ελευθερώσατε τας Αθήνας! Τη σημαία την προικίζει ο ναύαρχος με 11.000 δίστηλα. 1.000 για όποιον τη στήσει στην Ακρόπολη και 10.000 για το σώμα στο οποίο θα ανήκει».
Σχολιάζει ο Δ. Φωτιάδης: «Ω, αν μπορούσε να άκουγε τον Μάσον ο Κιουταχής, θα χαιρόταν περισσότερο από τους απλούς αγωνιστές. Του πρόσφερε ο Λόρδος τη μοναδική δυνατότητα να σωθεί».
«Θα πεθάνω στην Αγγλία»
Στις 11 Απρίλη ο Κόχραν ζήτησε να επιτεθούν μόλις 2.000 Έλληνες κατά της Αθήνας. Ο Χριστόδουλος Χατζηπέτρος προσπάθησε να τον μεταπείσει για να πάρει την απάντηση: «Άμα δεν θέλουν να κινηθούν δεν είναι στρατιώται. Είναι καλοί μόνο για να ψήνουν κοκορέτσια»! Στην προσβολή απάντησε ο Καραϊσκάκης: «Θα βάλουμε σε πράξη το σχέδιο του ναυάρχου, αρκεί να βγει ο ίδιος και να τεθεί επικεφαλής, όπως συνηθίζεται στους Έλληνες». Η απόκριση του Κόχραν: «Δεν ήρθα να χαθώ στην Ελλάδα. Θα πεθάνω στην Αγγλία»!
Την επόμενη ημέρα συναντήθηκαν στον Πειραιά με μόνους παρόντες τον Μάσον ως διερμηνέα και τη Μαριώ ως σωματοφύλακα. Ο Καραϊσκάκης έμεινε ακλόνητος στο σχέδιό του και κατόρθωσε να εξασφαλίσει πως θα εκκαθαριζόταν ο Πειραιάς από Τούρκους. Στις 13ης Απριλίου ξεκίνησε η επίθεση με επικεφαλής τον Καραϊσκάκη. Νίκησαν, μόνο 300 Αρβανίτες οχυρώθηκαν στο μοναστήρι του Αγίου Σπυρίδωνα. Οι Έλληνες, παρά τις αντιρρήσεις του Κόχραν, ήρθαν σε συμφωνία μαζί τους. Ο Καραϊσκάκης τοποθέτησε φρουρά ασφαλείας, ως ρεέμια [σ.σ. όμηροι] βάδιζαν ο ίδιος και άλλοι καπετάνιοι. Οι Αρβανίτες είχαν ζητήσει τον Κ. Μπότζαρη, άνθρωπο του Μαυροκορδάτου, ο οποίος αρνήθηκε. Γιατί άραγε; Την ίδια στιγμή το μισθοφορικό σώμα των νησιωτών, το οποίο διοικούσε ο ανιψιός του Κόχραν Ούρκουχαρτ, πήρε εντολή να μείνει μακριά. Γιατί άραγε;
Οι Αρβανίτες δέχτηκαν επίθεση από Έλληνες. Από τους 300 μόνο 70 γλίτωσαν. Οι όμηροι σώθηκαν τους προστάτευσαν οι Αρβανίτες. Ο Καραϊσκάκης διέταξε να συλληφθεί ο πρωταίτιος αλλά και ο διοικητής του Γιαννάκης Νοταράς, μολονότι ήταν αρραβωνιαστικός της κόρης του. Η σφαγή ήταν προσχεδιασμένη; Το σίγουρο είναι πως ήταν ευκαιρία να εξοντωθεί ο Καραϊσκάκης. Έξαλλος για την ατιμία, έριξε κάτω τη σκηνή του και παραιτήθηκε από αρχηγός, μεταπείστηκε όμως από το σύνολο των αξιωματικών. Ο Κόχραν και ο Τσορτς του χρέωσαν τη σφαγή. O Καραϊσκάκης ξέσπασε μπροστά στο στράτευμα:
«Δε φτάνει όπου παλεύουμε με τόσους διαβόλους, έχουμε και τον μπελά των Φράγκων […] κάθονται, τρων και πίνουν στα καράβια και μας πειράζουν κιόλας. Ας βγουν έξω να πολεμήσουν και έπειτα μας ζητάνε και τα ρέστα. Εμείς φταίμε όμως. Ανάθεμα τα βαρυκέφαλά μας. Οι ξένοι βρίσκονται με τον Μπραΐμη και τον Κιουτάγια κι εμείς φέραμε ξένους να μας κυβερνάνε. Αν από αυτούς θα πάρουμε τη λευτεριά μας, κάλλιο να λείψει. Θάναι φράγκικη και μπάσταρδη. Τη λευτεριά μας, αδέρφια, μονάχα με τα σπαθιά μας θα την πάρουμε».
Η δολοφονία (;) του Καραϊσκάκη
Στις 18 Απριλίου ο Κόχραν απείλησε με οριστική φυγή. Ο Καραϊσκάκης έκανε μια συμβιβαστική πρόταση: επίθεση από πολλές πλευρές, με πλήρη κάλυψη και αξιοποίηση του εδάφους και απαραίτητη προϋπόθεση τον επαρκή εφοδιασμό. Συναντήθηκε με τον γενικό φροντιστή που είχε διορίσει ο Τσορτς, τον Ιταλό κόντε Πόρο:
Καραϊσκάκης: «Θέλω τροφές για τρεις μέρες, 500 ξινάρια και 20.000 δεκάρια φουσέκια».
Κόντε Πόρο: «Μη νοιάζεσαι, γενναιότατε, σου έχω έτοιμα 20.000 φουσέκια».
Καραϊσκάκης: «Όχι, δεν μίλησα για 20.000 φουσέκια. Θέλω 20.000 ΔΕΚΑΡΙΑ φουσέκια, κατάλαβες;».
Ο κόντε Πόρο ήξερε, φυσικά, πως οι αγωνιστές τα φουσέκια τα έδεναν σε δεκάδες και εκείνος έδινε το 1/10.
Το απόγευμα της 21ης Απριλίου ξεκίνησε το στράτευμα να κινείται, αλλά ο Καραϊσκάκης διέκοψε την κίνηση. Είχαν φτάσει τα εφόδια, ο Τσορτς έστελνε για τη μάχη που θα έκρινε την Επανάσταση 70 ξινάρια (αντί για 500) και οκτώ κάσες φουσέκια για 11.000 άντρες και μάχη τριών ημερών (!).
Ο Καραϊσκάκης έκανε ανοιχτά λόγο για συνειδητή επιδίωξη των Άγγλων να καταστρέψουν το ελληνικό στράτευμα, και διέταξε να πετάξουν τις οκτώ κάσες στη θάλασσα. Δυστυχώς, τον παράκουσαν! Η ένταση προκάλεσε κρίση της φυματίωσης. Τελευταία διαταγή του ήταν να μην υπάρξει η παραμικρή συμπλοκή με τους Τούρκους. Παρά την εντολή του, ύστερα από λίγο ξεκίνησαν άγριες συμπλοκές στο Βοϊδολίβαδο, με πρωτοβουλία των μισθοφόρων του ταγματάρχη Ούρκουχαρτ και Κρητικών που πληρώνονταν από τον Κόχραν. Εύλογες απορίες: πώς οι αξιωματικοί των μισθοφόρων του Κόχραν, οι οποίοι γνώριζαν την αυστηρή εντολή, επέτρεψαν κάτι τέτοιο; Γιατί μοιράστηκε στους μισθοφόρους άφθονο κρασί παραμονές γενικής επίθεσης;

Ο εμπύρετος Καραϊσκάκης τέθηκε επικεφαλής των Ελλήνων και πληγώθηκε βαριά στη βουβωνική χώρα. Μεταφέρθηκε υποβασταζόμενος από τον Τζαβέλα, και ζήτησε μόνο μία χάρη: να μην αφήσουν Φράγκο γιατρό να τον πλησιάσει. Ο Γκόρντον το αποδίδει στην εχθρότητά του προς τους ξένους. Αβάσιμα όμως, διότι πολλές φορές επιδίωξε να εξεταστεί από ξένους γιατρούς, ειδικά για τη φυματίωση.
Μεγάλη είναι η σημασία της διάγνωσης των γιατρών –ανάμεσά τους ο περίφημος Ελβετός Λουί Αντρέ Γκος– που τον εξέτασαν στη γολέτα «Σπαρτιάτης». Ο Καραϊσκάκης τραυματίστηκε θανάσιμα από βόλι που ρίχτηκε «από πλάγια και εμπρός, από αριστερά προς τα δεξιά, και από πάνω προς τα κάτω, και από κοντά». Γιατί είναι σημαντική αυτή η διάγνωση; Μα γιατί με βάση αυτήν, και με δεδομένο πως ο Καραϊσκάκης ήταν έφιππος σε πεδιάδα και πως αριστερά του δεν υπήρχαν Τούρκοι, προκύπτει το συμπέρασμα πως δεν τον πυροβόλησαν εκείνοι, όπως υποστηρίζουν ο Βλαχογιάννης, ο Φωτιάδης, ο Σταμέλος και πολλοί άλλοι ερευνητές. Αυτή ήταν και η γνώμη του Καραϊσκάκη, ο οποίος είπε μπροστά στους στρατηγούς Χατζηπέτρο και Γρίβα και τους καπετάνιους Σκυλοδήμο και Αγραφιώτη:
«Γνωρίζω τον αίτιον κι αν ζήσω παίρνουμε χάκι [σ.σ. εκδίκηση], αλλιώς ας μου κλάσει τον πούτζον κι αυτός, τι κέρδισε;».
Τις μαρτυρίες των παρόντων μεταφέρει ο πιο αντικειμενικός ιστορικός, ο Κασομούλης. Τα χαράματα της 23ης Απριλίου, ανήμερα της γιορτής του, ο Καραϊσκάκης πέθανε.
Με τον Καραϊσκάκη να χαροπαλεύει, ο Κόχραν βγήκε στη στεριά, μαζί με τον Μαυροκορδάτο, απαιτώντας άμεση επίθεση. Η αντίδραση των καπετάνιων ήταν αρνητική. Ο Κόχραν δήλωσε πως αποχωρεί, και αυτήν τη φορά ο εκβιασμός έπιασε. Έλειπε πια η ηγετική μορφή που μπορούσε να του αντιταχθεί. Ο Τσορτς άλλαξε το συνετό σχέδιο του Καραϊσκάκη που προέβλεπε να επιτεθούν από τρεις πλευρές με το σύνολο των δυνάμεων, να αξιοποιήσουν τη φυσική προστασία και να δημιουργήσουν οχυρώσεις με επαρκή εφόδια και πολεμοφόδια. Τι από αυτά έγινε; Τίποτα!
Η καταστροφή του Αναλάτου
Από τους 11.000 άντρες κινήθηκαν μόνο οι 2.500, μόνο από μία πλευρά αντί από τρεις. Αποβιβάστηκαν στους Τρεις Πύργους, στο σημερινό Π.Φάληρο, και ανέβαιναν προς την Αθήνα από τη σημερινή Λεωφόρο Συγγρού. Όταν οι Σουλιώτες καπετάνιοι ζήτησαν να οχυρωθούν, ο Κόχραν τους ειρωνεύτηκε ως δειλούς και έδειξε το άλλο τμήμα με τον Μακρυγιάννη. Λεπτομέρεια που δείχνει όλη την προμελέτη: πριν από τους Σουλιώτες ο Μακρυγιάννης, όπως αναφέρει στα «Απομνημονεύματά» του, είχε ζητήσει από τον Κόχραν το ίδιο. Τον χαρακτήρισε δειλό και του έδειξε τους Σουλιώτες!
«Αν το σχέδιο ήτο άξιο αυστηράς επίκρισης, τι να πει κανείς για την εκτέλεσή του», γράφει ο Τ. Γκόρντον. Από τα 500 ξινάρια που απαιτούσε ο Καραϊσκάκης δόθηκαν 70. Στην αλληλογραφία του Τσορτς, στο Βρετανικό Μουσείο, υπάρχουν σημειώματα από τον Νοταρά με τη δραματική έκκληση: «Τσαπιά, στείλτε μας τσαπιά». Όσο για την υπόσχεσή του να τεθεί επικεφαλής, η μαρτυρία του Ελβετού γιατρού Γκος: «Ο Τσορτς αντί να μπει επικεφαλής είχε αποβιβαστεί στο ακρογιάλι σιμά, σε μια βάρκα, για να μπορεί εύκολα να ξαναμπαρκάρει»!
Ο Κιουταχής θεωρούσε λογικό πως οι Έλληνες θα έκαναν επίθεση από όλες τις πλευρές. Το μεσημέρι ξεκίνησε με 4.000 πεζούς και τους ντελήδες. Μιλήσαμε για τις οκτώ κάσες φουσέκια τις οποίες ο Καραϊσκάκης είχε διατάξει να πετάξουν στη θάλασσα. Δυστυχώς, τις κράτησαν και πήγαν να τις χρησιμοποιήσουν. Μακάρι να τις πετούσαν, διότι τα φουσέκια που είχε στείλει ο Τσορτς ήταν άχρηστα. Στο Βρετανικό Μουσείο υπάρχει και άλλο σημείωμα, με τη δραματική έκκληση του Κ. Μπότζαρη, ο οποίος γυρεύει μπαρούτι «γιατί αυτό είναι σάπιο».

Η μάχη κράτησε μόλις δύο ώρες. «Οι Έλληνες, εντός δύο ωρών έπαθον την βαρυτάτην του όλου πολέμου ήτταν», επισημαίνει ο Χέρτσμπεργκ. Πάνω από 1.500 επίλεκτοι πολεμιστές χάθηκαν, σφαγιάστηκαν οι Κρητικοί μισθοφόροι του Κόχραν και οι Σουλιώτες, που ελέγχονταν πολιτικά από τον Μαυροκορδάτο. Ο λόρδος και ο πρίγκιπας δεν είχαν κανέναν ενδοιασμό να τους θυσιάσουν. Από τους Κρητικούς σκοτώθηκε ο Μ. Καλλέργης και συνελήφθη ο Δ. Καλλέργης τραυματισμένος, ενώ από τους Σουλιώτες σκοτώθηκαν οι Βέικος, Κ. Μπότζαρης, Θ. Μπότζαρης, τέσσερις Τζαβελαίοι και ο Φωτομάρας. Νεκρός και ο Νοταράς, όπως και ο διοικητής του «τακτικού», ο συνταγματάρχης Ιγγλέσης. Όσο για τους περίπου 250 άντρες που πιάστηκαν ζωντανοί, θανατώθηκαν με φρικτό τρόπο.
Ο Κόχραν έτρεξε έντρομος να μπει στη βάρκα του, αλλά είχε αποπλεύσει. Έπεσε με τη χρυσή στολή του στη θάλασσα, τον μάζεψαν μισοπνιγμένο. Ο Τσορτς από τον φόβο του γλίστρησε στα βράχια και χτύπησε το πόδι του. Εύστοχο το σχόλιο του Φωτιάδη: «Κρίμα που δεν το τσάκισε ο κερατάς να μας θυμάται». Την ίδια στιγμή στο ελληνικό στρατόπεδο 8.000 επίλεκτοι διαλύθηκαν δίχως να ρίξουν ντουφεκιά. Την άλλη ημέρα ο Κόχραν αποχώρησε από τον Πειραιά και δεν ξαναγύρισε ποτέ. Την παράδοση του φρουρίου της Ακρόπολης στους Τούρκους και το σβήσιμο της Επανάστασης στη Στερεά την έφεραν εις πέρας ο Τσορτς και ο πλοίαρχος της γαλλικής φρεγάτας «Ήρα» Λεμπλάν, με την καθοδήγηση του Γάλλου ναυάρχου Δεριγνί.
Θα περίμενε κάποιος πως τους οργανωτές και τους εκτελεστές αυτής της τραγωδίας θα ακολουθούσε η στρατιωτική απαξίωση. Το αντίθετο όμως. Η πορεία τους επιβεβαιώνει πως ήταν εκτελεστικά όργανα. Ο Μάσον, ο γραμματέας του Κόχραν, βραβεύτηκε από την ελληνική κυβέρνηση με το Αριστείο του Αγώνα και έλαβε τιμητικά τον βαθμό του λοχαγού. Υπήρξε ο δημόσιος κατήγορος του ελληνικού κράτους στη δίκη των Κολοκοτρώνη και Πλαπούτα, ζητώντας τη θανατική τους καταδίκη για εσχάτη προδοσία!
Ο Τσορτς διορίστηκε σύμβουλος της Επικρατείας, εκλέχτηκε πληρεξούσιος Αιτωλίας στην Εθνοσυνέλευση του 1844 και μέλος της Γερουσίας μέχρι το 1864, ενώ του απονεμήθηκε ο βαθμός του στρατηγού. Ο Κόχραν έφυγε από την Ελλάδα χωρίς να ειδοποιήσει, ο Καποδίστριας διπλωματικά ανακοίνωσε πως εγκατέλειψε την Ελλάδα χωρίς διαταγή ή άδεια της κυβέρνησης. Φυσικά, κράτησε την προκαταβολή των 37.000 λιρών. Η Αγγλία όμως δεν στάθηκε αχάριστη: του ανέθεσε τη διοίκηση του αγγλικού στόλου της Βορείου Αμερικής και των Δυτικών Ινδιών! Η Αγγλία αφαίρεσε από τον -νικητή του Ναυαρίνου- Κόδριγκτον τη διοίκηση του στόλου της Μεσογείου και τον παρέπεμψε σε ναυτοδικείο. Τον ηττημένο και καταδικασμένο για χρηματιστηριακές κομπίνες Κόχραν τον αντάμειψε με ανώτατο αξίωμα. Λογικό…
Ανεβαίνοντας τη Λεωφόρο Συγγρού, ακριβώς στο ύψος του Αναλάτου, υπάρχει η εκκλησιά του Αγίου Σώστη. Το σίγουρο είναι πως η τραγωδία που εξελίχτηκε τον Απρίλιο του 1827 είναι απόδειξη πως σωτηρία από τέτοιους σωτήρες δεν υπάρχει. Το μάθημα αυτό ακόμα να το διαβάσει…
(Ο Σπύρος Αλεξίου είναι ιστορικός και συγγραφέας- Το βιβλίο του «Προδομένο Μεσσολόγκι» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «ΤΟΠΟΣ»)
Μετάβαση στην Πηγή
Author: