
Ο πρόεδρος της Ομοσπονδιακής Επιτροπής Επικοινωνιών, Μπρένταν Καρ, προειδοποίησε ότι εξετάζεται το ενδεχόμενο ανάκλησης αδειών σε τηλεοπτικούς σταθμούς.
Η κυβέρνηση του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ εντείνει τις επιθέσεις της προς τα αμερικανικά μέσα ενημέρωσης σχετικά με την κάλυψη του πολέμου με το Ιράν, με ανώτατους αξιωματούχους να απειλούν ακόμη και με αφαίρεση αδειών λειτουργίας τηλεοπτικών σταθμών.
Ο πρόεδρος της Ομοσπονδιακής Επιτροπής Επικοινωνιών (FCC), Μπρένταν Καρ, προειδοποίησε ότι εξετάζεται το ενδεχόμενο ανάκλησης αδειών σε τηλεοπτικούς σταθμούς εξαιτίας της κάλυψης του πολέμου. Η δήλωση αυτή έγινε μία ημέρα μετά την επίθεση του υπουργού Άμυνας Πιτ Χέγκσεθ σε δημοσιογράφους, κατά τη διάρκεια ενημέρωσης για την κατάσταση στη Μέση Ανατολή, όπου στοχοποίησε ειδικά το CNN.
Ο ίδιος ο Τραμπ, μέσω ανάρτησής του στο Truth Social την Κυριακή, δήλωσε ότι είναι «ενθουσιασμένος» που ο πρόεδρος της FCC εξετάζει τις άδειες ορισμένων «εξαιρετικά αντιπατριωτικών οργανισμών ενημέρωσης». Η δήλωση εντάσσεται σε μια ευρύτερη στρατηγική πίεσης προς τα μέσα ενημέρωσης, την οποία ο πρόεδρος έχει επανειλημμένα παρουσιάσει ως προσπάθεια «αναδιαμόρφωσης» του αμερικανικού μιντιακού τοπίου.
Κατά την ενημέρωση της Παρασκευής, ο Χέγκσεθ επέκρινε δημοσιογραφικά ρεπορτάζ για τον πόλεμο με το Ιράν και υποστήριξε ότι «όσο πιο γρήγορα ο Ντέιβιντ Έλισον αναλάβει το CNN τόσο το καλύτερο». Η εταιρεία του Έλισον, Paramount, επιδιώκει την εξαγορά της Warner Bros. Discovery, μητρικής εταιρείας του CNN, μια συμφωνία που απαιτεί έγκριση από την αμερικανική κυβέρνηση.
Ο υπουργός Άμυνας επέκρινε συγκεκριμένα δημοσίευμα του CNN που επικαλούνταν πηγές σύμφωνα με τις οποίες η κυβέρνηση υποτίμησε την πιθανότητα το Ιράν να κλείσει το Στενό του Ορμούζ, έναν από τους σημαντικότερους θαλάσσιους διαύλους παγκοσμίως για τη μεταφορά πετρελαίου.
Η διοίκηση του CNN απάντησε στις επικρίσεις, με τον διευθύνοντα σύμβουλο Μαρκ Τόμσον να δηλώνει ότι το δίκτυο στηρίζει πλήρως τη δημοσιογραφική του δουλειά. Όπως σημείωσε, «οι πολιτικοί έχουν προφανές κίνητρο να χαρακτηρίζουν ψευδή τη δημοσιογραφία που θέτει ερωτήματα για τις αποφάσεις τους».
Ο Μπρένταν Καρ, ο οποίος έχει αναδειχθεί σε βασικό ρυθμιστικό «εκτελεστή» της πολιτικής του Τραμπ στον τομέα των μέσων, επανέλαβε ότι οι τηλεοπτικές άδειες δεν αποτελούν «δικαίωμα ιδιοκτησίας». Προειδοποίησε μάλιστα ότι οι σταθμοί που μεταδίδουν «παραπλανητικές ειδήσεις» θα πρέπει να «αλλάξουν πορεία».
Η στάση αυτή προκάλεσε έντονες αντιδράσεις από δημοσιογραφικές οργανώσεις. Η Τάρα Πάκι, διευθύνουσα σύμβουλος της Ένωσης Δημοσιογράφων Ραδιοτηλεοπτικών και Ψηφιακών Μέσων (RTDNA), κατηγόρησε τον πρόεδρο της FCC ότι επιχειρεί ουσιαστικά «κρατικό έλεγχο του Τύπου», τονίζοντας ότι οι δημοσιογράφοι δεν πρόκειται να εκφοβιστούν.
Νομικοί ειδικοί σημειώνουν ότι η FCC δεν αδειοδοτεί τα εθνικά τηλεοπτικά δίκτυα, αλλά μόνο τους τοπικούς σταθμούς που μεταδίδουν το πρόγραμμά τους, ενώ τα καλωδιακά δίκτυα, όπως το CNN, δεν υπάγονται στην αρμοδιότητά της. Παρ’ όλα αυτά, υπογραμμίζουν ότι η απειλή ρυθμιστικών παρεμβάσεων μπορεί να επηρεάσει τις επιχειρηματικές αποφάσεις των εταιρειών μέσων ενημέρωσης, ιδιαίτερα σε μια περίοδο μεγάλων συγχωνεύσεων στον κλάδο.
Από την πλευρά της, η μοναδική Δημοκρατική επίτροπος της FCC, Άνα Γκόμεζ, χαρακτήρισε τις απειλές «παραβίαση της Πρώτης Τροπολογίας του Συντάγματος» και κάλεσε τους δημοσιογράφους να συνεχίσουν να καλύπτουν τις εξελίξεις «ανεξάρτητα και χωρίς φόβο κυβερνητικών πιέσεων».
Την ίδια στιγμή, οργανώσεις υπεράσπισης της ελευθερίας του λόγου προειδοποιούν ότι η πίεση προς τα μέσα ενημέρωσης ενδέχεται να έχει ευρύτερες συνέπειες για τη λειτουργία της δημοκρατίας στις Ηνωμένες Πολιτείες, ειδικά σε μια περίοδο έντονων πολιτικών και διεθνών εντάσεων.
Μετάβαση στην Πηγή
Author: